μίσος /miˈsos/ Noun

English
hatred
فارسی
نفرت

Example

  • Το βλέμμα του ήταν γεμάτο έντονο μίσος (σπλάχνο / σπαραγμό / φθόνο) για μένα.
  • He looked at me with intense hatred.
  • Το «σπλάχνο» εδώ υποδηλώνει ενδόσθια, βαθιά οδύνη που εκδηλώνεται ως μίσος.