Μουσείο /muˈze.o/ Noun
- English
- museum
- فارسی
- موزه
Example
- Περάσαμε το απόγευμα εξερευνώντας το επιστημονικό [μουσείο] (αρχαιολογικό / πινακοθήκη) — της ιστορίας.
- We spent the afternoon exploring the science museum.
- Το 'επιστημονικό' δίνει έμφαση στη γνώση.