μουσικός /mu.siˈkos/ Noun

English
musician
فارسی
موزیسین

Example

  • Είναι επαγγελματίας τζαζ μουσικός. (Η [μουσικός] της τζαζ είναι επαγγελματίας.)
  • She is a professional jazz musician.
  • Στα ελληνικά, το 'μουσικός' είναι κοινό και για τα δύο γένη, αλλά το άρθρο το ξεκαθαρίζει.