niche (ως δάνειο) /niːʃ/ ή /nɪtʃ/ Noun

English
niche
فارسی
نیچ (Niche)

Example

  • Τελικά βρήκε την **εξειδικευμένη θέση** του στον αθλητικό σχολιασμό.
  • He eventually found his niche in sports journalism.
  • Εδώ το «εξειδικευμένη θέση» τονίζει την μοναδικότητα της επιτυχίας.