νίκη /niːˈki/ NounEnglishvictoryفارسیپیروزیExampleΗ ομάδα πανηγύρισε την οριακή νίκη (θρίαμβος / επικράτηση / κατάκτηση) τους.The team celebrated their narrow victory.Η 'οριακή νίκη' είναι κλασική έκφραση για αγώνες με μικρή διαφορά.