Δυάδα /ðjaːˈða/ Noun

English
duo
فارسی
زوجِ کاری / دوئت

Example

  • Το κωμικό ντουέτο Λόρελ και Χάρντι παραμένει θρύλος.
  • The comedy duo Laurel and Hardy remain legends.
  • Εδώ το «ντουέτο» είναι η πιο φυσική επιλογή για κωμικούς.