νύφη /ˈnifi/ NounEnglishbrideفارسیعروسExampleΗ [νύφη] (Νύφη / Μνεστή / Νεόνυμφη) έλαμπε μέσα στο vintage νυφικό της.The bride looked stunning in her vintage gown.Το 'έλαμπε' δίνει τη ζεστασιά που ταιριάζει στην περίσταση.