όχημα /oˈxima/ Noun

English
vehicle
فارسی
وسیله نقلیه

Example

  • Η αστυνομία σταμάτησε το [όχημα] για υπερβολική ταχύτητα.
  • The police stopped the vehicle for speeding.
  • Το 'όχημα' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.