Ορμή /orˈmi/ VerbEnglishdriveفارسیانگیزه (برای اشتیاق) / راندن (برای حرکت)ExampleΈμαθα να οδηγώ (κατευθύνω / χειρίζομαι) όταν ήμουν δεκαέξι.I learned to drive when I was sixteen.Η εκμάθηση της οδήγησης είναι ορόσημο ελευθερίας στην Ελλάδα.