Οικογένεια /ikoˈfendʝa/ Adjective

English
family
فارسی
خانواده

Example

  • Αναζητούμε ένα οικογενειακό αυτοκίνητο (οικογενειακό / κοινόχρηστο / οικιακό) με επιπλέον χαρακτηριστικά ασφαλείας.
  • We are looking for a family car with extra safety features.
  • Το 'οικογενειακό' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.