ολόκληρος /oloˈklirɔs/ Adjective

English
whole
فارسی
تمام

Example

  • Διάβασα την [ολόκληρη] (πλήρης / συνολικός / ακέραιος) την ταινία με μια ανάσα.
  • I read the whole book in one sitting.
  • Τονίζει την αδιάσπαστη παρακολούθηση.