Ομάδα /oˈmaða/ Noun

English
group
فارسی
گروه

Example

  • Μια παρέα φίλων συναντήθηκε στο πάρκο για πικνίκ. (Σύνολο / Σύναθροισμα / Κύκλος)
  • A group of friends met at the park for a picnic.
  • Η λέξη 'παρέα' δίνει πιο ζεστό, κοινωνικό τόνο.