υπόσχεση /vaʊ/ Ρήμα

English
vow
فارسی
عهد

Example

  • Ορκίστηκε (ομνύω/δίνω όρκο/υπόσχομαι) ποτέ ξανά να μην του μιλήσει.
  • She vowed never to speak to him again.
  • Εδώ το «ομνύω» είναι βαρύ, αλλά το «δίνω όρκο» είναι πιο φυσικό.