οπλισμένος /ɑːrmd/ Επίθετο

English
armed
فارسی
مسلح

Example

  • Η ληστεία στο κατάστημα έγινε με [οπλισμένους ληστές] (οπλισμένος / ένοπλος / φονικός) — της: The store was targeted in an armed robbery.
  • The store was targeted in an armed robbery.
  • Το 'ένοπλος' είναι πιο συχνό για άτομα, το 'οπλισμένος' για την κατάσταση.