όπλο /ˈoplɔn/ Ουσιαστικό
- English
- weapon
- فارسی
- سلاح
Example
- Η αστυνομία κατάσχεσε το όπλο από τον ύποπτο. [Επιβλητικό όπλο / Σιδερένιο όπλο / Θανατηφόρο όπλο] — του: Η αστυνομία κατάσχεσε το όπλο από τον ύποπτο.
- The police seized the weapon from the suspect.
- Η λέξη 'όπλο' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.