οπτικός / οπτικά /opˈti.kos/ Adjective

English
optical
فارسی
نوری (Optical)

Example

  • Η κάμερα διαθέτει προηγμένο οπτικό αισθητήρα. (Η κάμερα διαθέτει προηγμένο [οπτικό] αισθητήρα.)
  • The camera features an advanced optical sensor.
  • Το 'οπτικός' εδώ είναι τεχνικός όρος, άμεση αντιστοιχία.