φυσικός/βιολογικός φυσικός/βιολογικός Adjective

English
organic
فارسی
ارگانیک

Example

  • Προτιμούμε μόνο γάλα και αυγά [βιολογικά / φυσικά / αυτοφυή] — η διαφορά στη γεύση είναι τεράστια.
  • We only stock organic milk and eggs.
  • Στην καθημερινότητα, το 'βιολογικός' είναι ο κυρίαρχος όρος για τα τρόφιμα.