οργανώνω /orɣaˈnizo/ Verb

English
organize
فارسی
مرتب کردن

Example

  • Μας βοήθησε να [οργανώσουμε] (τακτοποιήσουμε / διευθετήσουμε / τακτοποιήσουμε) διάφορες εκδηλώσεις.
  • He helped to organize various events.
  • Το 'οργανώνω' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.