διοργανωτής /ði.oɾ.ɣa.niˈzo.tis/ Noun
- English
- organizer
- فارسی
- برنامهریز
Example
- Οι **επιμελητές** (οργανωτής / σχεδιαστής / επιμελητής) του φεστιβάλ αναμένουν ρεκόρ προσέλευσης.
- The organizers of the festival expect a record turnout.
- Εδώ το 'επιμελητής' δίνει μια πιο καλλιτεχνική/πολιτιστική χροιά.