Οργανωμένος /orɣa.noˈme.nos/ Επιθετικό

English
organized
فارسی
منظم

Example

  • Ένα {οργανωμένος} σώμα εργαζομένων διαδήλωσε κατά της νέας πολιτικής.
  • An organized body of workers protested the new policy.
  • Εδώ τονίζεται η ενιαία, δομημένη δράση.