ΟΡΓΗ /orˈʝi/ Noun

English
rage
فارسی
خشم

Example

  • Το πρόσωπό του σκοτείνιασε από την [οργή].
  • His face was dark with rage.
  • Η οργή εδώ είναι βαθιά και εσωτερικευμένη.