Οριστικός / Οριστικά /oɾiˈstikos/ Επαρκής

English
definite
فارسی
قطعی

Example

  • Μπορείς να μου δώσεις μια **οριστική** απάντηση μέχρι αύριο; [Σαφής, τελικός, ξεκάθαρος] — της: Can you give me a definite answer by tomorrow?
  • Can you give me a definite answer by tomorrow?
  • Εδώ τονίζουμε την ανάγκη για μη αναστρέψιμη απάντηση.