Παγκοσμιοποίηση /paɣkosmi̯oˈpiisi] Noun

English
globalization
فارسی
جهانی‌شدن

Example

  • Η **παγκοσμιοποίηση** έχει κάνει τον κόσμο πιο συνδεδεμένο. (Η **παγκοσμιοποίηση** / Η **διεθνοποίηση** / Η **οικουμενικότητα**) — της: Globalization has made the world more interconnected.
  • Globalization has made the world more interconnected.
  • Ο πιο ουδέτερος και συχνά χρησιμοποιούμενος όρος.