πακετάρω /pa.ceˈta.ro/ Verb

English
pack
فارسی
جمع کردن

Example

  • Δεν έχω ακόμη πακετάρει τη βαλίτσα μου.
  • I haven't packed my suitcase yet.
  • Το 'πακετάρω' είναι πιο συνηθισμένο από το 'συσκευάζω' στον προφορικό λόγο.