διαχρονικός διαχρονικός Adjective

English
long-standing
فارسی
دیرینه

Example

  • Έχουν μια **διαχρονική** (παλαιός / εδραιωμένος / ετών) συμφωνία.
  • They have a long-standing agreement.
  • Το 'διαχρονικός' δίνει μια αίσθηση ότι ξεπερνά τον χρόνο.