παλίρροια /pa.li.'ro.ja/ Noun

English
tide
فارسی
جزر و مد

Example

  • Η **παλίρροια** (πλημμυρίδα / άμπωτη / θαλάσσια ροή) έρχεται γρήγορα.
  • The tide is coming in fast.
  • Η «πλημμυρίδα» είναι η άνοδος, η «άμπωτη» η πτώση. Η παλίρροια είναι ο κύκλος.