ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΟ /e.kso.fɾe.niˈko/ Adjective

English
bizarre
فارسی
عجیب‌وغریب

Example

  • Ο καιρός ήταν **παράξενος** (ασυνήθιστος / εξωφρενικός / περίεργος) τελευταία.
  • The weather has been bizarre lately.
  • Το 'παράξενος' καλύπτει το εύρος, αλλά το 'εξωφρενικός' δίνει έμφαση στην ένταση.