παρέα /skwɒd/ Noun

English
squad
فارسی
اکیپ

Example

  • Η ομάδα δίωξης ναρκωτικών [παρέα] έκανε έφοδο τα ξημερώματα.
  • The drugs squad conducted a raid at dawn.
  • Εδώ το 'παρέα' δίνει μια πιο 'undercover' αίσθηση.