Παύση /páfsi/ Noun

English
pause
فارسی
مکث

Example

  • Υπήρξε μια μακρά [αναμονή / σιωπή / παύση] πριν απαντήσει.
  • There was a long pause before she answered.
  • Η «παύση» εδώ υποδηλώνει την αναμονή πριν την ομιλία.