πειραματικός /piɾamaˈtikos/ Adjective

English
experimental
فارسی
آزمایشی

Example

  • Οι ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ διδακτικές μέθοδοι του σχολείου περιλαμβάνουν την ελευθερία των μαθητών να επιλέγουν την ύλη τους.
  • The school's experimental teaching methods include letting children choose their curriculum.
  • Εδώ τονίζουμε την καινοτομία και την έλλειψη καθιερωμένης δομής.