περηφάνια /periˈfanʝa/ NounEnglishprideفارسیغرورExampleΗ θέα του γιου της να αποφοιτά την γέμισε με **περηφάνια**.The sight of her son graduating filled her with pride.Εδώ η περηφάνια είναι καθαρά θετική, αίσθημα γονικής ικανοποίησης.