Όριο /ˈo.ri.o/ Noun

English
limitation
فارسی
محدودیت

Example

  • Το λογισμικό έχει έναν **περιορισμό** σχετικά με το μέγεθος του αρχείου. (Η **ανακοπή** / Η **δυσκολία** — του μεγέθους αρχείου)
  • The software has a limitation regarding file size.
  • Εδώ το 'περιορισμός' είναι η πιο τεχνική και ουδέτερη επιλογή.