περιορισμός /rɪˈstrɪkʃən/ Noun

English
restriction
فارسی
محدودیت

Example

  • Οι νέοι δασμοί εισαγωγών **περιορισμοί** (δεσμεύσεις / δεσμά / αλυσίδες) επιβράδυναν την εφοδιαστική μας αλυσίδα.
  • The new import restrictions have slowed down our supply chain.
  • Εδώ το 'περιορισμοί' λειτουργεί ως νομική/οικονομική έννοια.