Τύχη /tiˈxi/ Noun

English
fortune
فارسی
بخت

Example

  • Έβγαλε μια ολόκληρη περιουσία στις επενδύσεις ακινήτων. (ΕΚΑΝΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ / ΤΥΧΗ)
  • He made a fortune in real estate.
  • Χρησιμοποιείται το ρήμα 'βγάζω' (make) με το 'περιουσία' για μεγάλα κέρδη.