πετσέτα /petˈseta/ NounEnglishtowelفارسیحولهExampleΠαρακαλώ, βοήθησέ σε με μια καθαρή πετσέτα (απαλή / λουτρού / μπάνιου) — πάρτε μια καθαρή πετσέτα.Help yourself to a clean towel.Η λέξη 'πετσέτα' είναι η μόνη σωστή επιλογή εδώ.