περισσεύω / περίσσευμα /perisˈevo/ Ουσιαστικό

English
surplus
فارسی
مازاد

Example

  • Το αγρόκτημα δώρισε το [πλεόνασμα] των λαχανικών του στο τοπικό καταφύγιο.
  • The farm donated its surplus of vegetables to the local shelter.
  • Το «πλεόνασμα» εδώ τονίζει την οικονομική/υλική περίσσεια.