πληκτρολόγιο /pliktrolóʝo/ Noun
- English
- keyboard
- فارسی
- کیبورد
Example
- Η εφαρμογή κλειδώνει το [πληκτρολόγιο] μέχρι να δοθεί ο κωδικός πρόσβασης.
- The program locks the keyboard until a password is given.
- Το 'κλειδώνει' (perfective) δείχνει την ολοκληρωμένη ενέργεια.