Πολύ χαίρομαι /ˈvɛli ˈxai̯ɾo̞me̞/ Adjective
- English
- delighted
- فارسی
- بسیار خرسند
Example
- Χάρηκα πολύ με τα αποτελέσματα των εξετάσεών της. [Χάρηκα πολύ / Ενθουσιάστηκα / Πετούσα από χαρά]
- She was delighted with her exam results.
- Το ρήμα 'Χαίρομαι' (αόριστος: Χάρηκα) είναι η πιο φυσική έκφραση.