πόνος /ˈponos/ Noun

English
pain
فارسی
درد

Example

  • Ούρλιαξε από τον [πόνο] (οδύνη / άλγος / θλίψη) όταν έπεσε.
  • He cried out in pain when he fell.
  • Η λέξη 'πόνος' είναι η πιο άμεση και κοινή επιλογή.