πουκάμισο /pukámi'so/ Noun

English
shirt
فارسی
پیراهن

Example

  • Σιδέρωσε το [πουκάμισο] του πριν τη συνέντευξη.
  • He ironed his shirt before the interview.
  • Το 'σιδερώσω' (perfective) δείχνει την ολοκλήρωση της πράξης.