Πραγματικά /prɐɣmaˈtiˌka/ Επίρρημα
- English
- genuinely
- فارسی
- واقعاً
Example
- Υπάρχουν μερικές **πραγματικά** αστείες στιγμές στην ταινία. (Αληθινά / Ειλικρινά) — Έχει στιγμές που σε κάνει να γελάσεις με την ψυχή σου.
- There are some genuinely funny moments in the film.
- Το 'πραγματικά' εδώ δίνει έμφαση στην ποιότητα του γέλιου.