πράσινο /praˈsino/ Επίθετο
- English
- green
- فارسی
- سبز
Example
- Τα βουνά είχαν ένα ζωντανό [πράσινο] μετά τη βροχή. (χλοώδης / χλοερός / πρασινωπός)
- The hills were a vibrant green after the spring rain.
- Το 'ζωντανό πράσινο' είναι πολύ συχνή έκφραση για τη φύση.