Πρεσβεία /prezveˈi.a/ Noun
- English
- embassy
- فارسی
- سفارت
Example
- Η **πρεσβεία** εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία για την περιοχή. [Η **πρεσβεία** εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία για την περιοχή / Η **αποστολή** εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία / Το **πρεσβευτικό γραφείο** εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία]
- The embassy issued a travel warning for the region.
- Η 'πρεσβεία' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για την κυβερνητική αντιπροσωπεία.