προεδρικός /proe̯ðiˈkos/ Adjective
- English
- presidential
- فارسی
- ریاستمآبانه
Example
- Η προεδρική εκστρατεία ήταν εξαντλητική για όλους τους εμπλεκόμενους.
- The presidential campaign was exhausting for everyone involved.
- Η λέξη 'εκστρατεία' (campaign) είναι η μαγνητική επιλογή εδώ.