προετοιμασία /pro.e.to.i.maˈsi.a/ NounEnglishpreparationفارسیآمادگیExampleΗ ομάδα πέρασε εβδομάδες σε [προετοιμασία] για το πρωτάθλημα.The team spent weeks in preparation for the championship.Εδώ τονίζεται η χρονική δέσμευση.