ομιλητός /o.mi.liˈtos/ Adjective
- English
- spoken
- فارسی
- کلامی
Example
- Πρέπει να δώσουμε έμφαση στις προφορικές μας δεξιότητες (ρητή διατύπωση / λεκτική έκφραση / φωνητική επικοινωνία) στα Αγγλικά.
- We need to focus on our spoken English skills.
- Εδώ το 'Προφορικός' είναι το πιο φυσικό. Η λέξη 'spoken' τονίζει την πράξη της ομιλίας.