προσευχή /prosevˈçi/ Noun
- English
- prayer
- فارسی
- دعا
Example
- Ψιθύρισε μια σιωπηλή προσευχή για την οικογένειά της. (Ψιθύρισε μια σιωπηλή δέηση / παράκληση / ικεσία — για την οικογένειά της.)
- She whispered a silent prayer for her family.
- Η 'σιωπηλή προσευχή' είναι κλασική έκφραση.