προσωπικό /pro.so.piˈko/ Noun

English
staff
فارسی
کارکنان

Example

  • Το ιατρικό προσωπικό εργάστηκε ακούραστα κατά τη διάρκεια της κρίσης. (Το ιατρικό προσωπικό / το ιατρικό σώμα / οι υγειονομικοί)
  • The medical staff worked tirelessly during the crisis.
  • Το 'προσωπικό' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.