κύριος /pro.tarˈt͡ʃi.kos/ Εκπαιδευτικός

English
primary
فارسی
اصلی

Example

  • Δουλεύει ως [βασικός/κύριος] δάσκαλος στο Λονδίνο.
  • She works as a primary teacher in London.
  • Στην εκπαίδευση, το 'πρωτοβάθμια' (primary education) είναι η καθιερωμένη ορολογία.