Προτεραιότητα /pro.te.ɾi.oˈti.ta/ Noun

English
priority
فارسی
اولویت

Example

  • Η κύρια **προτεραιότητα** (πρωταρχική ανάγκη / πρώτο μέλημα / ύψιστη μέριμνα) είναι η μείωση των εκπομπών άνθρακα.
  • Our main priority is to reduce carbon emissions.
  • Το 'κύρια' (main) ταιριάζει μαγνητικά με το 'προτεραιότητα'.